γόρτυξ: ὄρτυξ, Hsch.
γόρυνος: μῦς, βάτραχος, Id.;ὁ μικρὸς βάτραχος, Zonar. (Cf.γύρινος.)
γόρτυξ: ὄρτυξ , Hsch. γόρυνος: μῦς, βάτραχος , Id.; ὁ μικρὸς βάτραχος , Zonar. (Cf. γύρινος .)
γόρτυξ: ὄρτυξ, Hsch.
γόρυνος: μῦς, βάτραχος, Id.;ὁ μικρὸς βάτραχος, Zonar. (Cf.γύρινος.)