γουνός,ὁ,
A. high ground, φυτὸν ὣς γουνῷ ἀλωῆς
Il. 18.57
; ἀνὰ γουνὸν ἀλωῆς οἰνοπέδοιο
Od. 1.193
, etc.; ἐκ Κρήτης ἐς γουνὸν Ἀθηνάων
11.323
; τῆς Ἀττικῆς . . τὸν γ. τὸν Σουνιακόν
Hdt. 4.99
: pl., γουνοῖσιν Ἐλευθῆρος μεδέουσα
Hes. Th. 54
;γουνοῖσιν κατένασσε Νεμείηςib. 329 ; ἐν γουνοῖς Ἀθανᾶν
Pi. I. 4(3).25
. (Expld. asτόπος γονιμώτατοςby Sch. Il. l.c., but better asὑψηλὸς τόπος(cf.γόνυ) Orion 38 , EM 239.5 .)