LSJγῠναικ-ηρόςGlossγῠναικ-ηρός , ά , όν , = γυναικεῖος , Diocl.Com. 4 ; γ. τρόπος Phryn. PS p.55B.γῠναικ-ηρός,ά,όν,A.= γυναικεῖος , Diocl.Com. 4 ; γ. τρόποςPhryn. PS p.55B.ReferencesDiocl.Com. 4Phryn. PS p.55B.