γῠναικο-πρεπώδης,ες,=foreg., Ptol. Tetr. 144 ( Comp. ).
γῠναικο-πρεπώδης
Gloss
γῠναικο-πρεπώδης , ες , = foreg., Ptol. Tetr. 144 ( Comp. ).
γῠναικο-πρεπώδης , ες , = foreg., Ptol. Tetr. 144 ( Comp. ).
γῠναικο-πρεπώδης,ες,=foreg., Ptol. Tetr. 144 ( Comp. ).