LSJγῡρόμαντιςGlossγῡρόμαντις , εως , ὁ , ̔γῦρις̓ = ἀλευρόμαντις , dub. l. in Artem. 2.69 .γῡρόμαντις,εως,ὁ , ̔γῦρις̓A.= ἀλευρόμαντις , dub. l. in Artem. 2.69 .ReferencesArtem. 2.69