δαιδαλούργ-ημα,ατος,τό,
A.
= δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 .
4. δαιδαλουργ-ία,ἡ,cunning workmanship,
Corp.Herm. 3.3.1 .
δαιδαλούργ-ημα , ατος , τό , = δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 . δαιδαλουργ-ία , ἡ , cunning workmanship, Corp.Herm. 3.3.1 .
δαιδαλούργ-ημα,ατος,τό,
A.
= δαίδαλμα, δ. χάλκειον Vett. Val. 275 .
4. δαιδαλουργ-ία,ἡ,cunning workmanship,
Corp.Herm. 3.3.1 .