δαί̈ζω,aor. ἐδάϊξα(v. infr.):— Med.
fut.
A.
δαί̈σονται
Man. 4.615
:— Pass. (v. infr., cf.δαίωB):—poet. (Trag.in lyr.),cleave asunder,
πάντα διεμοιρᾶτο δαί̈ζων
Od. 14.434
; χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαί̈ξαι
Il. 2.416
, cf. 7.247 ; δαί̈ζων ὀξέϊ χαλκῷ
24.393
; κάρανα δαί̈ξας
A. Ch. 396
.
2. slay,
δαί̈ζων ἵππους τε καὶ ἀνέρας
Il. 11.497