LSJδακτῠλο-κοιλογλύφοςGlossδακτῠλο-κοιλογλύφος [λῠ] , ὁ , = δακτυλιογλύφος , IGRom. 4.1648 ( Philadelphia ).δακτῠλο-κοιλογλύφος [λῠ],ὁ,A.= δακτυλιογλύφος , IGRom. 4.1648 (Philadelphia).ReferencesIGRom. 4.1648