LSJδᾰμάτειραGlossδᾰμάτειρα [μᾰ] , ἡ , fem. of δαμαντήρ, AP 11.403 ( Luc. ).δᾰμάτειρα [μᾰ],ἡ, fem. ofδαμαντήρ,AP 11.403 ( Luc. ).