δᾱμογέρων,δαμόθεν,δαμόομαι,δᾱμόσιος,δᾶμος,δαμότης, Dor. forδημ-.
δᾱμογέρων
Gloss
δᾱμογέρων , δαμόθεν , δαμόομαι , δᾱμόσιος , δᾶμος , δαμότης , Dor. for δημ-.
δᾱμογέρων , δαμόθεν , δαμόομαι , δᾱμόσιος , δᾶμος , δαμότης , Dor. for δημ-.
δᾱμογέρων,δαμόθεν,δαμόομαι,δᾱμόσιος,δᾶμος,δαμότης, Dor. forδημ-.