δᾱρός,δᾱρό-βιος, Dor. forδηρός, δηρό-βιος:δαρόνalso expld. byἑορτή,andἄρτος ἄζυμος(cf.δάρατος), Hsch.
δᾱρός
Gloss
δᾱρός , δᾱρό-βιος , Dor. for δηρός, δηρό-βιος : δαρόν also expld. by ἑορτή, and ἄρτος ἄζυμος (cf. δάρατος ), Hsch.
δᾱρός , δᾱρό-βιος , Dor. for δηρός, δηρό-βιος : δαρόν also expld. by ἑορτή, and ἄρτος ἄζυμος (cf. δάρατος ), Hsch.
δᾱρός,δᾱρό-βιος, Dor. forδηρός, δηρό-βιος:δαρόνalso expld. byἑορτή,andἄρτος ἄζυμος(cf.δάρατος), Hsch.