LSJδάσῡμαGlossδάσῡμα [ᾰ] , ατος , τό , = τράχωμα. , Sever. ap. Aët. 7.45 .δάσῡμα [ᾰ],ατος,τό,A.= τράχωμα. , Sever. ap. Aët. 7.45 .ReferencesSever.Aët. 7.45