δαψιλ-ής,ές,
A. abundant, plentiful,
ὕδωρ
Hp. Acut. 65
; ποτόν
Hdt. 2.121
. δ'; δωρεή
Id. 3.130
; τροφή
Arist. GA 774b26
; τῷ ἁλὶ -εστέρῳ χρῆσθαι in too great quantity,
Id. HA 585a27
; ἔπαινοι
Phld. Lib. p.32O.
; ἔργα
Herod. 7.84
; πλῆθος σωμάτων
Plb. 4.38.4