δειδίσσομαι, laterδεδίσσομαι, Att.
δειγμᾰτό-ττομαι:impf.
A.
ἐδεδίσκετο
Ar. Lys. 564
:fut.
-ίξομαι
Il. 20.201
:aor. 1 inf. δειδίξασθαι(v. infr.), δεδίξασθαι
Hsch.
;part.
δεδιξάμενος
D. 19.291
:—causal ofδείδω, frighten, alarm,
μὴ . . δειδίσσεο λαὸν Ἀχαιῶν
Il. 4.184
, cf. 13.810 , Pl. Phdr. 245b , Luc.
Bis Acc.