δεῖμα,ατος,τό, (δέος)
A. fear,
δεῖμα φέρων Δαναοῖσι
Il. 5.682
; φρένα δείματι πάλλων
S. OT 153
(lyr.); δ. ἔλαβέ τινα
Hdt. 6.74
;ἐς δ. πεσεῖν, ἐν δείματι κατεστάναι,
Id. 8.118 , 36 ; opp.θάρσος,
Aen.Tact. 16.3 : pl., S. El. 636 ; φόβοι καὶ δ.
Th. 7.80
, Phld. D. 1.22 , etc.
II. object of fear, terror,
ὦ πῦρ σὺ καὶ πᾶν δ.
S. Ph. 927
; ἐκ δ. του νυκτέρου