LSJδειπν-ιστόςGlossδειπν-ιστός , ὁ , = δείπνηστος , Orusap. EM 262.45 .δειπν-ιστός,ὁ,A.= δείπνηστος , Orusap. EM 262.45 .ReferencesEM 262.45