LSJδέλφιξGlosstripod,δέλφιξ,ῐκος,ὁ,A. tripod,δέλφικας ἀργυροῦςPlu. TG 2(prob. forδελφῖνας) ; δέλφικα: τὸν τρίποδαEM 255.10.ReferencesPlu. TG 2EM 255.10