δενδίλλω,
A. turn the eyesorglance quickly,
πόλλ' ἐπέτελλε . . δενδίλλων ἐς ἕκαστον
Il. 9.180
; ὀξέα δενδίλλων
A.R. 3.281
.— Ep. word, also S. Fr. 1039 .
turn the eyes
δενδίλλω,
A. turn the eyesorglance quickly,
πόλλ' ἐπέτελλε . . δενδίλλων ἐς ἕκαστον
Il. 9.180
; ὀξέα δενδίλλων
A.R. 3.281
.— Ep. word, also S. Fr. 1039 .