δέσμα,ατος,τό, (δέωA) poet. forδεσμός,
A. bond, fetter,
σιδήρεα δέσματ'
Od. 1.204
, cf. 8.278 .
II. head-band,
ἀπὸ κρατὸς βάλε δέσματα
Il. 22.468
.
bond, fetter,
δέσμα,ατος,τό, (δέωA) poet. forδεσμός,
A. bond, fetter,
σιδήρεα δέσματ'
Od. 1.204
, cf. 8.278 .
II. head-band,
ἀπὸ κρατὸς βάλε δέσματα
Il. 22.468
.