δευσοποι-ός,όν, (δεύωA)
A. deeply dyed, fast,of colours, δ. γίγνεται τὸ βαφέν
Pl. R. 429e
, cf. Alex. 141.9 , D.Chr. 77.4 ; δ. σπάργανα
Diph. 72.2
; δ. φάρμακα
Luc. Im. 16
; δ. καὶ δυσέκνιπτος
Ael. NA 16.1
: metaph., δόξα δ.
Pl. R. 430a
; πονηρία
Din. 2.4
; δέος
Plu. Alex. 74
.Adv.
-ῶς
Simp. in Cat. 253.28