δημηγορ-έω,
A. practise speaking in the assembly,
Ar. Eq. 956 , etc.; πρὸ τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ δ. ἐμέ
D. 18.60
; δ. περί τινος
Lys. 14.45
; δ. πρός τινας
Pl. Lg. 817c
; ἐν τοῖς ὄχλοις
Arist. Fr. 83
: c. acc. cogn., δ. καὶ συνηγορεῖν λόγους
D. 19.15
; δ. λόγον παρά τισι
Id. 23.110
:— Pass. , τὰ δεδημηγορημένα public speeches,
Id. 19.9
.