δημο-καλλίας(-καςcod., but cf.καλλίας,
A.
= πίθηκος ): τοὺς περὶ τὰ δημόσια ἀναστρέφοντας,
Hsch.
δημο-καλλίας ( -κας cod., but cf. καλλίας, = πίθηκος ) : τοὺς περὶ τὰ δημόσια ἀναστρέφοντας, Hsch.
δημο-καλλίας(-καςcod., but cf.καλλίας,
A.
= πίθηκος ): τοὺς περὶ τὰ δημόσια ἀναστρέφοντας,
Hsch.