δηξίθῡμος [ῐ],ον,
A.
= δακέθυμος, ἔρωτος ἄνθος
A. Ag. 743 (lyr.); comically, δ. ὀξάλμη
Sopat. 21
.
δηξίθῡμος [ῐ] , ον , = δακέθυμος, ἔρωτος ἄνθος A. Ag. 743 (lyr.); comically, δ. ὀξάλμη Sopat. 21 .
δηξίθῡμος [ῐ],ον,
A.
= δακέθυμος, ἔρωτος ἄνθος
A. Ag. 743 (lyr.); comically, δ. ὀξάλμη
Sopat. 21
.