δια-γνωστικός,ή,όν,
A. able to distinguish,
ἀληθῶν καὶ ψευδῶν λόγων
S.E. P. 2.229
, cf. Luc. Salt. 74 ; δ. καὶ διακριτικός
Id. Herm. 69
, cf. Gal. UP 5.10 ; δ. θεωρία
Id. 1.271
;δ. σημεῖα,opp.προγνωστικά,ib. 313 .
II. belonging to a
διάγνωσις
11
, ὑπομνήματα
PLips. 34.15
(iv A. D.).