δια-ζευκτικός,ή,όν,
A. disjunctive,
σύνδεσμος
Chrysipp.Stoic. 2.68
, A.D. Conj. 216.10 ; συλλογισμός
Chrysipp.Stoic. 2.88
;πρὸς τοὺς Ἀμεινίου -κούς(sc.λόγους), title of work by Chrysipp., Stoic. 2.7 .Adv.
-κῶς
A.D. Synt. 9.27
.
disjunctive,
δια-ζευκτικός,ή,όν,
A. disjunctive,
σύνδεσμος
Chrysipp.Stoic. 2.68
, A.D. Conj. 216.10 ; συλλογισμός
Chrysipp.Stoic. 2.88
;πρὸς τοὺς Ἀμεινίου -κούς(sc.λόγους), title of work by Chrysipp., Stoic. 2.7 .Adv.
-κῶς
A.D. Synt. 9.27
.