διάημι [ᾰ],impf. διάην,
Ep. Verb,
A. blow through,c. acc., τοὺς [θάμνους] . . οὔτ' ἀνέμων διάη μένος
Od. 5.478
; πώεα . . οὐ διάησι ἲς ἀνέμου
Hes. Op. 517
: c. gen.,τῶν [οὐρῶν] ψυχρὸς ἐὼν διάησι [βορέας] ib. 514 .
blow through,
διάημι [ᾰ],impf. διάην,
Ep. Verb,
A. blow through,c. acc., τοὺς [θάμνους] . . οὔτ' ἀνέμων διάη μένος
Od. 5.478
; πώεα . . οὐ διάησι ἲς ἀνέμου
Hes. Op. 517
: c. gen.,τῶν [οὐρῶν] ψυχρὸς ἐὼν διάησι [βορέας] ib. 514 .