διᾰί̈σσω, Att.
διαισθ-ᾴσσωorδιαισθ-ᾴττω(wrongly writtenδιάττωin codd., Arist. Mete. 341b35 , etc.),aor. 1 διῇξα(v. infr.):—
A. rushordart throughoracross,
πυρὸς λαμπρὸν διάϊσσεν μένος
B. 3.54
; λαγὸς ἐς τὸ μέσον διήϊξε
Hdt. 4.134
: also c. acc., Λύκι' ὄρεα διᾴσσει
S. OT 208
(lyr.); of sound, ἀχὼ . . διῇξεν ἄντρων μυχόν
A. Pr. 133
(lyr.) (but φήμη διῇξε spread abroad,
E. IA 426
); of pain, σπασμὸς διῇξε πλευρῶν
S. Tr. 1083
, cf. Hp. Morb. 1.22 ; φρῖκαι διὰ τοῦ σώματος δ.