δίαιτα [ῐ],ἡ,
A. way of living, mode of life,
τὰ τῆς οἵκοι δ.
S. OC 352
;πτωχῷ δ.ib. 751 ; σκληρὰς δ. ἐκπονεῖν
E. Fr. 525.5
; δ. εὐτελέστεραι
X. Cyr. 1.3.2
; δ. ἔχειν
A. Pr. 490
;δίαιταν ἔχειν ἐν Κροίσου, παρὰ τῇσι γυναιξί,
Hdt. 1.36 , 136 ; ξυνήθη τὴν δ. μεθ' ὅπλων ποιεῖσθαι
Th. 1.6
;δ. ποιεῖσθαι ἐν ὕδατιpassone's life,
Hdt. 2.68 (butδ. ἐποιήσατο τῶν παίδωνhe made themlive,
Id. 2.2 ); δ. τῆς ζόης μεταβάλλειν
Id. 1.157