διακείρω, Ep.
aor. διέκερσα(v. infr.), prop.
A. cut through,
τένοντας
A.R. 1.430
; νεῦρα
D.H. 14.10
: metaph.,μή τις . . πειράτω διακέρσαι ἐμὸν ἔπος make it null, frustrateit, Il. 8.8 :— Pass. ,σκευάρια διακεκαρμένος shorn ofhis trappings, Ar. V. 1313 .