διακορ-ίζω,
A.
= διακορέω , Hsch.
s.v. δια<κε>κόρισται.
II.
Med. , ( κόρη
111
)gaze intently,Id.
διακορ-ίζω , = διακορέω , Hsch. s.v. δια<κε>κόρισται. Med. , ( κόρη 111 ) gaze intently, Id.
διακορ-ίζω,
A.
= διακορέω , Hsch.
s.v. δια<κε>κόρισται.
II.
Med. , ( κόρη
111
)gaze intently,Id.