διακοσμ-έω,
A. divide and marshal, muster, array,
ὣς τοὺς ἡγεμόνες διεκόσμεον
Il. 2.476
; πομπήν
Th. 1.20
:— Pass. , εἴ περ . . ἐς δεκάδας διακοσμηθεῖμεν Ἀχαιοί
Il. 2.126
;διὰ τρίχα κοσμηθέντεςib. 655 .
2. order, regulate,
Anaxag. 12 , Hdt. 1.100 , Th. 2.100 , Pl. Lg. 864a , al., etc.:— Med. ,πᾶν μέγαρον διεκοσμήσαντο gotit allset in order,
Od. 22.457 ; δ. τὸ σῶμα
Hp. Vict. 1.9
.
3. Stoic t. t.,re-establish the world-orderafter ἐκπύρωσις, εἶτ' αὖθις πάλιν -εῖσθαι [τὸν κόσμον]
Zeno Stoic. 1.27