LSJδιάκοψιςGlossδιάκοψις , εως , ἡ , = διακοπή , Thphr. CP 5.9.11 (pl.).διάκοψις,εως,ἡ,A.= διακοπή , Thphr. CP 5.9.11 (pl.).ReferencesThphr. CP 5.9.11