διαλεκτ-ικός,ή,όν,
A. conversational,
χορός
Demetr. Eloc. 167
.
2. δ. ὄργαναorgansof articulate speech,opp.φωνητικά,
Gal. 16.204 .
II. skilled in dialectic,
ὁ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι ἐπιστάμενος
Pl. Cra. 390c
; ἦ καὶ δ. καλεῖς τὸν λόγον ἑκάστου λαμβάνοντα τῆς οὐσίας;
Id. R. 534b
;dialectical,
Arist. Metaph. 995b23 ; δ. συλλογισμός
Id. Top. 100a22
;πρὸς τοὺς δ.,title of work by Metrodorus , D.L. 10.24 , cf. Phld. Rh. 1.279