LSJδιαλλύος:Glossδιαλλύος: ὁ ἀντὶ ἄλλου διακονῶν, Hsch. (Perh. f.l. for διάμοιος. )διαλλύος: ὁ ἀντὶ ἄλλου διακονῶν,Hsch. (Perh.A.f.l. for διάμοιος. )