διαμᾰ́χ-ομαι,fut. -μαχέσομαι(
A.
v.l. for -μαχεσώμεθα
aor. subj.) Hdt. 9.48 :—fight, contend,
σιδήρῳ
E. Supp. 678
; εἷς πρὸς ἕνα
Pl. Lg. 833e
; opp.λανθάνειν,
Id. R. 345a ;πρός τι v.l. in
D. 17.18 ; περὶ τῆς χώρης τοῖς ἐπιοῦσιν
Hdt. 4.11
; περὶ τοῦ πρότερος εἰπεῖν
Ar. Eq. 339
, cf. Pl. Men. 86c ; περὶ τούτου ὡς οὐκ . .
Lys. 4.1
; ὑπέρ τινος