διᾰμάω,fut. -ήσω,
A. to cut through,
χιτῶνα
Il. 3.359
; λευκὴν παρηί̈δα
E. El. 1023
; διὰ λαιμὸν ἀμῆσαι
A.R. 4.374
(tm.).
II. scrapeorclear away,
δακτύλοις δ. χθόνα
E. Ba. 709
:—also in Med. , διαμᾶσθαι τὸν κάχληκα
Th. 4.26
; τὴν χιόνα
Plb. 3.55.6
; τὴν ψάμμον
J. AJ 3.1.3