διαμένω,fut.
A.
-μενῶ
Epich. [265]
(prob.), Men. Epit. 513 :aor.
-έμεινα
D. 4.15
:pf.
-μεμένηκα
Plb. 3.55.1
:—continue, persist,of disease, τοῖσι παιδίοισι
Hp. Aph. 3.28
; διαμένει ἔτι καὶ νῦν τοῖς βασιλεῦσιν ἡ πολυδωρία
X. Cyr. 8.2.7
: abs.,keep,of seeds, Thphr. HP 7.5.5 ;persevere,
ἐν τῇ ἕξει
Pl. Prt. 344b
; ἐπὶ τῇ διατριβῇ