διανέμω, latefut.
A.
-νεμήσω
App. BC 5.3
:aor.
διένειμα
X. Cyr. 4.5.45
, etc.;aor.regul.-ένειμα,butinf.
διανεμῆσαι
Did.
in D.
9.21 :pf.
-νενέμηκα
X. Cyr. 4.5.45
:—distribute, apportion,
τοῖς μὲν τιμάς, τοῖς δὲ ἀτιμίας
Pl. Lg. 830e
, etc.; ἐπὶ τὰ αὑτῶν ἕκαστα ἐκμαγεῖα