διᾰπειλέω,
A. threaten violently,
Hdt. 7.15 ; δ. ὡς μηνύσει
Id. 2.121
.γ́: c.inf. fut., Plu. Oth. 16 :— Med. , διαπειλεῖσθαί τινι
Aeschin. 1.43
, Alex. 306 , PPetr. 2p.1 : c.inf.,forbid with threats,
μηθένα φέρειν ὅπλον
Plb. 1.78.15
; ἄλλα τε δ. καὶ ὡς . .
Conon 50.3
.