LSJδιάρημαGlossδιάρημα , ατος , τό , = λέμβος , Procop. Aed. 6.1 (pl.).διάρημα,ατος,τό,A.= λέμβος , Procop. Aed. 6.1 (pl.).ReferencesProcop. Aed. 6.1