LSJἄϊξGlossἄϊξ , ἄϊκος [ᾱῑ], ἡ , ̔ἀί̈σσὠ = ἀϊκή, ἀνέμων ἄϊκες A.R. 4.820 .ἄϊξ,ἄϊκος [ᾱῑ],ἡ, ̔ἀί̈σσὠA.= ἀϊκή, ἀνέμων ἄϊκεςA.R. 4.820 .ReferencesA.R. 4.820