δίασμα,ατος,τό, (διάζομαι)
A. warp,
διάσματα, φάρεος ἀρχήν
Call. Fr. 244
, cf. LXX Jd. 16.13 , Ostr. 1155 , Nonn. D. 6.151 .
warp,
δίασμα,ατος,τό, (διάζομαι)
A. warp,
διάσματα, φάρεος ἀρχήν
Call. Fr. 244
, cf. LXX Jd. 16.13 , Ostr. 1155 , Nonn. D. 6.151 .