διάστροφ-ος,ον,
A. twisted, distorted,
δ. καὶ ἔμπηρα καὶ ἀπόπληκτα
Hdt. 1.167
; μορφὴ καὶ φρένες δ.
A. Pr. 673
, cf. S. Aj. 447 ; ὀφθαλμός
Id. Tr. 794
; δ. κόρας ἑλίσσους'
E. Ba. 1122
, cf. 1166 (lyr.); of a person,δ. τοὺς ὀφθαλμούς, τὸ σῶμα,
Ath. 8.339f , Luc. Ind. 7 .Adv. -φως incorrectly,
λέγειν
S.E. M. 1.152
.