LSJδιασῡριγμόςGlossδιασῡριγμός , ὁ , f. l. for διασυρμός , D.S. 14.109 .διασῡριγμός,ὁ,A.f. l. for διασυρμός , D.S. 14.109 .ReferencesD.S. 14.109