διασωσ-τικός,ή,όν,
A. preservative,
Max.Tyr. 20.5 , al.; δύναμις
Gal. Nat.Fac. 1.14
; θεὸς δ. καὶ τῶν φύσεων τηρητικός
Theol.Ar. 5
.
preservative,
διασωσ-τικός,ή,όν,
A. preservative,
Max.Tyr. 20.5 , al.; δύναμις
Gal. Nat.Fac. 1.14
; θεὸς δ. καὶ τῶν φύσεων τηρητικός
Theol.Ar. 5
.