LSJδιατᾰνύωGlossδιατᾰνύω , = διατείνω, διὰ πτερὰ . . τανύσσας A.R. 4.601 .διατᾰνύω,A.= διατείνω, διὰ πτερὰ . . τανύσσαςA.R. 4.601 .ReferencesA.R. 4.601