διατειχ-ίζω,
A. cut off and fortify by a wall,
Ar. Eq. 818 ; τὸν Ἰσθμόν
Lys. 2.44
; τὴν πόλιν ἀπὸ τῆς ἄκρας
Plb. 8.32.2
.
2. divide as by a wall,
ἡ ῥὶς διατετείχικε τὰ ὄμματα
X. Smp. 5.6
: metaph.,keep apart,
φῶς καὶ σκότος
Ph. 1.632
, al.;διατετείχισται ἡ ἱστορία πρὸς τὸ ἐγκώμιον is separatedfrom it, Luc. Hist.Conscr. 7 .