διατελ-έω,fut. -τελέσω,
Att.
-τελῶ:pf.
A.
διατετέλεκα
X. Cyr. 1.5.4
, IG 22.223A5 :—bring quite to an end, accomplish,
ἐπεί περ ἠρξάμην, διατελέσαι βούλομαι
X. HG 7.3.4
; δ. χάριν
E. Heracl. 434
; so of Time, διατετελεκὼς τὰ ἐν τοῖς ἐφήβοις δέκα ἔτη
X. Cyr.
l. c.
II. abs.,
1. mostly c.part.,continue beingordoingso and so, τὸ λοιπὸν τῆς ζόης δ. ἐόντα τυφλόν
Hdt. 6.117