LSJδιάτρᾰμιςGlossδιάτρᾰμις , εως , ὁ , ἡ , = λισπόπυγος , Stratt. 74 .διάτρᾰμις,εως,ὁ,ἡ,A.= λισπόπυγος , Stratt. 74 .ReferencesStratt. 74