LSJδιαυλ-ίζω:Glossδιαυλ-ίζω: βαθύνω ἢ μηκύνω, Suid. :— Pass. , διηυλίσθη: διεφθάρη, Hsch.διαυλ-ίζω: βαθύνω ἢ μηκύνω,Suid. :— Pass. ,διηυλίσθη: διεφθάρη,Hsch.